Πέμπτη, 20 Φεβρουαρίου 2014

Γνωσιακή Επιστήμη: Η Νέα επιστήμη του Νου

Τι μαθαίνουμε; Πώς και γιατί;
Ερωτήματα, που αν ως εκπαιδευτικοί μπορούσαμε να απαντήσουμε εύκολα, πιθανώς να διευκολύναμε κατά πολύ το έργο μας.
Η Γνωσιακή Επιστήμη απαντά σε πολλά ερωτήματα και θέτει ακόμη περισσότερα, καθιστώντας μας συνταξιδιώτες στο γοητευτικό ταξίδι στη μάθηση με εισιτήριο τις δυνατότητες της ανθρώπινης νόησης.

Ο ακόλουθος σύνδεσμος οδηγεί στην ηλεκτρονική μορφή του βιβλίου με τίτλο: "Γνωσιακή Επιστήμη: Η Νέα Επιστήμη του Νου", την επιμέλεια του οποίου έχει η κ. Στέλλα Βοσνιάδου, καθηγήτρια Γνωστικής Ψυχολογίας στο τμήμα Μεθοδολογίας, Ιστορίας και Θεωρίας της Επιστήμης, στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών.

http://www.cs.phs.uoa.gr/el/courses/cognitive_science/cognitive_science2.pdf



Πέμπτη, 13 Φεβρουαρίου 2014

Κώδικας Ηθικής και Δεοντολογίας του Ειδικού Παιδαγωγού της Πανελλήνιας Ένωσης Ειδικών Παιδαγωγών (ΠΕΕΠ)

Συγγραφείς:
Ευθαλία Καδέρογλου, M.Ed., Αθανάσιος Δαρβούδης, M.Ed., Θεοδώρα Τσοβίλη, PhD, Βασίλης Σταυρόπουλος, M.Ed., Aθανάσιος Παπαδόπουλος, PhD

Άρθρο 1ο : Γενικά καθήκοντα του Ειδικού Παιδαγωγού (Ε.Π.)
  1. O Ειδικός Παιδαγωγός (Ε.Π.) οφείλει να αποτελεί υπόδειγμα έντιμου και ανεπίληπτου ατόμου σε όλες τις εκδηλώσεις του ιδιωτικού και δημοσίου βίου του να ασκεί το εκπαιδευτικό λειτούργημα ευσυνείδητα και σύμφωνα με τους νόμους και να συμπεριφέρεται κατά τρόπο αντάξιο, προς την αξιοπρέπεια και την εμπιστοσύνη, τις οποίες εμπνέει το εκπαιδευτικό επάγγελμα. Mε τη συμπεριφορά, τους λόγους, τα έργα και τον υποδειγματικό τρόπο ζωής αυτού οφείλει να επισύρει το σεβασμό προς την ατομική τιμή και αξιοπρέπεια του, την τιμή και αξιοπρέπεια του εκπαιδευτικού σώματος και της επιστήμης της Αγωγής της οποίας είναι λειτουργός.
  2. Δεν επιτρέπεται στον Ειδικό Παιδαγωγό (Ε.Π.) να θυσιάζει την επιστημονική και επαγγελματική του ανεξαρτησία η οποία πρέπει να διαφυλάσσεται πάντοτε ακέραια και άθικτη ως πολύτιμο προσωπικό αγαθό του.
  3. Δεν επιτρέπεται στον Ειδικό Παιδαγωγό (Ε.Π.) διορισμένο σε Σχολικές Μονάδες Ειδικής Αγωγής ή κανονικά σχολεία, νοσοκομεία, Ιατροπαιδαγωγικά Κέντρα ή άλλους σχετικούς φορείς ή ιδιώτη η σύγχρονη άσκηση άλλων επαγγελμάτων εφόσον με αυτή εμποδίζεται το ευσυνείδητο εκπαιδευτικό έργο ή θίγεται η αξιοπρέπεια του επαγγέλματος της Ειδικής Εκπαίδευσης & Αγωγής.
  4. Δεν επιτρέπεται στα μέλη η συγκάλυψη της παράνομης άσκησης της Ειδικής Αγωγής και εκπαίδευσης από πρόσωπα που δεν έχουν τα νόμιμα προσόντα.
  5. Δεν επιτρέπεται η χρησιμοποίηση μεσαζόντων ή άλλων αθέμιτων ή αναξιοπρεπών μέσων για την προσέλκυση πελατείας.
  6. Ο Ε.Π. οφείλει να απέχει από κάθε ενέργεια και να προλαμβάνει κάθε πράξη η οποία μπορεί να δημιουργήσει υπόνοιες ότι καταφεύγει σε εξαπάτηση ή εκμετάλλευση των παιδιών και των οικογενειών στους οποίους προσφέρει υπηρεσίες.
  7. Δεν επιτρέπεται η λήψη ποσοστών ή προμήθειας για την παραπομπή παιδιών και ενηλίκων με ιδιαίτερες ανάγκες για κλινική εξέταση ή θεραπεία ή εργαστηριακό έλεγχο, για την εισαγωγή τους σε κλινικές ή θεραπευτήρια ή την αποστολή τους σε διαγνωστικά κέντρα, την προσφορά υπηρεσιών και βοηθημάτων κάθε φύσεως.
  8. Ο Ε.Π οφείλει να συνεργάζεται στενά με τις δημόσιες αρχές και υπηρεσίες, με τους εκάστοτε διαγνωστικούς φορείς των Υπουργείων Παιδείας και Υγείας & Πρόνοιας, με τους διευθυντές των σχολείων, τους προϊσταμένους του, τους Σχολικούς Συμβούλους Ειδικής Αγωγής, με άλλους επιστημονικούς συλλόγους καθώς και με τα συλλογικά όργανα των αναπήρων ή των γονέων τους, εκτελώντας ευσυνείδητα κάθε ανειλημμένη υποχρέωση και συμμορφούμενος προς τις διατάξεις των νόμων και των ειδικών κανονισμών, τηρώντας παράλληλα τα άρθρα του παρόντος Kώδικα Ηθικής και Δεοντολογίας.
  9. Ο Ε.Π. οφείλει να παρέχει υπηρεσίες εκπαιδευτικής παρέμβασης υψηλών προδιαγραφών και να ενημερώνεται δια βίου για τις επιστημονικές εξελίξεις του κλάδου.
  10. Ο Ε.Π. οφείλει να τηρεί τους νόμους περί Ειδικής Εκπαίδευσης και να συνεισφέρει στην χάραξη σύγχρονης εκπαιδευτικής πολιτικής επιδιώκοντας τη βελτίωση της νομοθεσίας όπου κρίνεται απαραίτητο προασπίζοντας το δικαίωμα στην διαφορετικότητα και την συνεχή αναβάθμιση της παροχής υπηρεσιών στα άτομα με αναπηρίες. Ο Ε.Π. μπορεί να υποβάλλει προτάσεις που η Π.Ε.Ε.Π. θα προωθεί στους υπεύθυνους φορείς.
Άρθρο 2ο : Kαθήκοντα προς τα άτομα με αναπηρία-ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες και τις οικογένειές τους
  1. Ο Ε.Π. οφείλει να επιδεικνύει για όλα τα άτομα με αναπηρίες που αναλαμβάνει ίση μέριμνα, επιμέλεια και αφοσίωση ανεξάρτητα από την οικονομική κατάσταση, την κοινωνική θέση και τη βαρύτητα της κατάστασης και χωρίς να επηρεάζεται από προσωπικά του αισθήματα ή προκαταλήψεις.
  2. H συχνότητα των εκπαιδευτικών συνεδριών καθώς και η παραπομπή σε διαγνωστικά-θεραπευτικά κέντρα ή άλλους ειδικούς πρέπει να δικαιολογούνται κάθε φορά από τη βαρύτητα της κατάστασης του ατόμου και από το αίτημα του ατόμου ή των οικείων του.
  3. Ο Ε.Π., οφείλει να επιδιώκει τον περιορισμό των ιατρικών επισκέψεων, εκπαιδευτικών συνεδριών, ειδικών θεραπειών στο κατώτατο δυνατό όριο, αποφεύγοντας την υποβολή του ατόμου και της οικογένειάς του σε περιττή ταλαιπωρία και έξοδα με θεραπευτικές συνεδρίες και αγωγή από επαγγελματίες που επικαλύπτουν ο ένας τον τομέα δράσης του άλλου.
  4. Όταν ο Ε.Π. δρα ως μέλος επιστημονικής ομάδας αξιολόγησης ατόμων με αναπηρίες σε οποιοδήποτε πλαίσιο, πρέπει να εισηγείται το είδος και το σχήμα της παρέμβασης κατά περίπτωση με μοναδικό γνώμονα την καλύτερη ποιότητα ζωής του ατόμου και της οικογένειάς του καθώς και την κάλυψη των εκπαιδευτικών του αναγκών, λαμβάνοντας υπ’ όψη την ιδιαιτερότητα της κάθε οικογένειας, τις επιθυμίες και τις ανάγκες της.
  5. Ο Ε.Π. οφείλει να ενημερώνει τις αρμόδιες υπηρεσίες και την Π.Ε.Ε.Π. για κάθε περίπτωση που η νομοθεσία και οι κανονισμοί για την Ειδική Εκπαίδευση παρακωλύονται, καταπατούνται ή δεν εφαρμόζονται. Οφείλει επίσης να αναφέρει στον Σύλλογο κάθε περίπτωση τοποθέτησης εκπαιδευτικού χωρίς τα τυπικά προσόντα που προβλέπονται από τη νομοθεσία σε θέση Ε.Π.
  6. Ο Ε.Π. οφείλει να επιδιώκει τη ένταξη των παιδιών με ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες σε όλα τα σχολεία της χώρας.
  7. Στον ιδιωτικό τομέα όταν ο Ε.Π. κρίνει ότι έχει σοβαρούς λόγους να διακόψει την παροχή των υπηρεσιών του προς ένα άτομο με αναπηρία και την οικογένειά του, εξασφαλίζει την αναπλήρωσή του από άλλον συνάδερφο, αφού τον ενημερώσει κατάλληλα.
  8. Ο Ε.Π. οφείλει να λαμβάνει κάθε δυνατή προφύλαξη για τη διασφάλιση του επαγγελματικού απορρήτου.
Άρθρο 3ο : Ο Ε.Π. και οι υπευθυνότητές του στην εκπαιδευτική πράξη
  1. Ο Ε.Π. επιλέγει και χρησιμοποιεί διδακτικές μεθόδους και προγράμματα κατάλληλα και αντίστοιχα με τον τομέα της εκπαιδευτικής του πρακτικής επιδιώκοντας να είναι προσαρμοσμένα και αποτελεσματικά για τις ατομικές ανάγκες του κάθε ατόμου που εκπαιδεύει.
  2. Ο Ε.Π. επιλέγει τη χρήση των κατάλληλων εκπαιδευτικών υλικών και εξοπλισμού που χρειάζεται για την αποτελεσματική άσκηση του επαγγέλματός του.
  3. Ο Ε.Π. δημιουργεί ασφαλές και κατάλληλο εκπαιδευτικό περιβάλλον το οποίο πρέπει να ενισχύει την μάθηση (κατάλληλη χωροθέτηση, οργάνωση των υλικών, αφαίρεση ή αύξηση αισθητηριακών ερεθισμάτων κτλ.)
  4. Ο Ε.Π. προσπαθεί να διατηρεί το μέγεθος της τάξεώς του ή τον αριθμό των περιστατικών που αναλαμβάνει έως ένα τέτοιο όριο που να του επιτρέπει να παρέχει εξατομικευμένη εκπαίδευση υψηλών προδιαγραφών.
  5. Ο Ε.Π. χρησιμοποιεί εργαλεία αξιολόγησης και εκπαιδευτικές προσεγγίσεις που δεν προκαλούν διάκριση εναντίων ατόμων με ιδιαίτερες ανάγκες με βάση την φυλή, την εθνικότητα, το φύλο, την θρησκεία, το οικογενειακό ή κοινωνικό περιβάλλον ή την ίδια την αναπηρία τους.
  6. Ο Ε.Π. οφείλει να εξατομικεύει τη διδασκαλία του σύμφωνα με τις ιδιαίτερες ανάγκες του κάθε ατόμου, να καταγράφει συστηματικά τους εκπαιδευτικούς στόχους και την πρόοδο που επιτυγχάνεται, να αξιολογεί τα αποτελέσματα και να αναθεωρεί τις εκπαιδευτικές του στρατηγικές όταν κρίνεται αναγκαίο.
  7. Ο Ε.Π. οφείλει να ζητά την συνδρομή άλλων ειδικοτήτων τόσο στο επίπεδο της αρχικής διάγνωσης και τακτικής επαναξιολόγησης όσο και στο επίπεδο της θεραπευτικής παρέμβασης, όταν οι ανάγκες του ατόμου το απαιτούν.
  8. Ο Ε.Π. προτείνει την προαγωγή σε επόμενη βαθμίδα ή τάξη, την αλλαγή σχολικού πλαισίου, την είσοδο ή έξοδο από ένα εκπαιδευτικό πρόγραμμα παρέμβασης με βάση την επίτευξη των εξατομικευμένων στόχων που έχουν τεθεί για κάθε άτομο με αναπηρία
  9. Ο Ε.Π. παρέχει Ειδική Αγωγή στον τομέα των αναπηριών-ειδικών εκπαιδευτικών αναγκών (κώφωση, τυφλότητα, νοητική καθυστέρηση, αυτισμός, κινητικές αναπηρίες, ειδικές μαθησιακές δυσκολίες κτλ), στις ηλικιακές ομάδες (προσχολική ηλικία, πρώτη παιδική ηλικία, εφηβεία κτλ.) και στα ειδικά προγράμματα στα οποία έχει ειδικευτεί σε ακαδημαϊκό επίπεδο και έχει εκπαιδευτική εμπειρία..
  10. Ο Ε.Π. πρέπει να είναι δεκτικός στην αξιολόγηση του εκπαιδευτικού του έργου όταν αυτή γίνεται με σαφή και αξιοκρατικά κριτήρια.
Άρθρο 4ο : Ο Ε.Π. και η στάση του σε θέματα διαχείρισης της συμπεριφοράς
  1. Ο Ε.Π. συμμετέχει μαζί με άλλους ειδικούς και τους γονείς σε μία διεπιστημονική προσπάθεια διαχείρισης της συμπεριφοράς των ατόμων με αναπηρίες.
  2. Ο Ε.Π. εφαρμόζει μόνο τις μεθόδους τροποποίησης της συμπεριφοράς στις οποίες έχει εκπαιδευθεί και οι οποίες δεν υποτιμούν την αξιοπρέπεια του ατόμου ή τα βασικά ανθρώπινα δικαιώματα των ατόμων με ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες (π.χ. σωματικές ποινές)
  3. Ο Ε.Π. δηλώνει με σαφήνεια τους στόχους των παρεμβάσεων χειρισμού συμπεριφοράς στο Εξατομικευμένο Πρόγραμμα Εκπαίδευσης μέσα στα πλαίσια του Πλαισίου Αναλυτικού Προγράμματος Ειδικής Αγωγής.
  4. Ο Ε.Π. αποθαρρύνει και προσπαθεί να αποτρέψει τη συμπεριφορά συναδέλφου εκπαιδευτικού ή άλλου επαγγελματία που εμπλέκεται στην θεραπευτική παρέμβαση του ατόμου με αναπηρία όταν αυτή είναι υποτιμητική ή μειωτική προς αυτό.
Άρθρο 5ο : Οι σχέσεις του Ε.Π. με τους γονείς των ατόμων με αναπηρία-ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες
  1. Ο Ε.Π. προσπαθεί να αναπτύξει σχέσεις με τους γονείς του ατόμου με ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες βασισμένες στον αμοιβαίο σεβασμό και την αναγνώριση του ρόλου και του έργου που επιτελούν και οι δύο πλευρές με στόχο την επίτευξη της σχολικής και κοινωνικής ένταξης του ατόμου.
  2. Ο Ε.Π. ζητά και χρησιμοποιεί την γνώση και την εμπειρία των γονιών στον σχεδιασμό, την εφαρμογή και την αξιολόγηση της Ειδικής Αγωγής και Εκπαίδευσης των ατόμων με αναπηρίες.
  3. Διατηρεί την επικοινωνία μεταξύ γονιών και επαγγελματιών με σεβασμό στο απόρρητο και την εχεμύθεια.
  4. Ενημερώνει τους γονείς για τα βασικά δικαιώματα στην εκπαίδευση που έχουν τα παιδιά τους και για κάθε πρακτική η οποία καταλύει αυτά τα δικαιώματα.
  5. Αναγνωρίζει και σέβεται τις πολιτισμικές διαφορές που ενυπάρχουν σε κάποιες οικογένειες ατόμων με αναπηρίες.
  6. Αναπτύσσει δυνατότητες και ευκαιρίες για την εκπαίδευση των γονέων μέσα από την έγκυρη ενημέρωση και από επιστημονικές μεθόδους εκπαίδευσης γονέων (σχολές γονέων, ομάδες στήριξης, σεμινάρια κτλ)
  7. Λαμβάνει υπ’ όψη του τις προτεραιότητες και τα αιτήματα της οικογένειας όταν δομεί το εξατομικευμένο εκπαιδευτικό πρόγραμμα για το άτομο με αναπηρία και θέτει στόχους για συγκεκριμένες δεξιότητες.
Άρθρο 6ο : Τα δικαιώματα του ατόμου με αναπηρία-ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες και της οικογένειάς του στα πλαίσια του δημόσιου σχολικού πλαισίου πρωτοβάθμιας ή δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης
  1. Το άτομο με αναπηρία έχει το δικαίωμα πρόσβασης στις υπηρεσίες του σχολείου, τις πλέον κατάλληλες για τη φύση των προβλημάτων και των αναγκών του.
  2. Το άτομο με αναπηρία έχει το δικαίωμα της παροχής ειδικής εκπαίδευσης και σχολικής ενσωμάτωσης με τον οφειλόμενο σεβασμό στην ανθρώπινη αξιοπρέπειά του. Αυτή η εκπαίδευση περιλαμβάνει όχι μόνο την εν γένει άσκηση της ειδικής εκπαίδευσης, αλλά και τις υπηρεσίες διάγνωσης, αξιολόγησης και υποστήριξης, την κατάλληλη τοποθέτηση σε ανάλογο των αναγκών του σχολικό πλαίσιο, την κατάλληλη μεταχείριση και την αποτελεσματική διοικητική εξυπηρέτηση του ατόμου και της οικογένειάς του.
  3. Το άτομο με αναπηρία ή η οικογένειά του (όταν το ίδιο το άτομο δεν μπορεί είτε λόγω ηλικίας είτε λόγω αναπηρίας να αναλάβει την ευθύνη) έχουν το δικαίωμα να συγκατατεθούν ή να αρνηθούν κάθε διαγνωστική ή θεραπευτική πράξη που του προτείνεται να διενεργηθεί.
  4. Το άτομο με αναπηρία ή η οικογένειά του δικαιούται να ζητήσει να πληροφορηθεί ότι αφορά στην κατάστασή του. Tο συμφέρον του ατόμου είναι καθοριστικό και εξαρτάται από την πληρότητα και ακρίβεια των πληροφοριών που του παρέχονται. H πληροφόρηση του ατόμου με ιδιαίτερες ανάγκες ή της οικογένειάς του πρέπει να του επιτρέπει να σχηματίσει πλήρη εικόνα των εκπαιδευτικών, κοινωνικών και οικονομικών παραμέτρων της καταστάσεώς του και να λαμβάνει αποφάσεις ο ίδιος ή να μετέχει στη λήψη αποφάσεων, που είναι δυνατό να προδικάσουν τη μετέπειτα ζωή του.
  5. Το άτομο με αναπηρία ή η οικογένειά του πρέπει να αισθάνονται τελείως ελεύθεροι στην απόφασή τους, να δεχθούν ή να απορρίψουν κάθε συνεργασία τους με τον Ε.Π. με σκοπό την έρευνα ή την εκπαίδευση. H συγκατάθεσή τους, για τυχόν συμμετοχή τους, είναι δικαίωμά τους και μπορεί να ανακληθεί ανά πάσα στιγμή.
  6. Το άτομο με αναπηρία και η οικογένειά του έχει το δικαίωμα, στο μέτρο που αυτό είναι δυνατόν, προστασίας της ιδιωτικής τους ζωής. O απόρρητος χαραχτήρας των πληροφοριών και του περιεχομένου των εγγράφων που τον αφορούν, του φακέλου των εκπαιδευτικών σημειώσεων και σχολίων πρέπει να είναι εγγυημένος.
  7. Το άτομο με αναπηρία και η οικογένειά του έχει το δικαίωμα να παρουσιάσει ή να καταθέσει αρμοδίως διαμαρτυρίες και ενστάσεις και να λάβει πλήρη γνώση των στοιχείων που το αφορούν.
Άρθρο 7ο : Κανόνες ηθικής και δεοντολογίας που ο Ε.Π. ακολουθεί στην εκπαιδευτική έρευνα
  1. Ο Ε.Π. εξασφαλίζει την έγγραφη αποδοχή του ατόμου με αναπηρία ή των γονέων του ότι δέχεται να συμμετάσχει σε εκπαιδευτική έρευνα.
  2. Ο Ε.Π. υιοθετεί διαδικασίες που προστατεύουν τα δικαιώματα και τον ιδιωτικό βίο των ατόμων που χρησιμοποιούνται ως υποκείμενα στην εκπαιδευτική έρευνα.
  3. Ο Ε.Π. ερμηνεύει και δημοσιεύει τα αποτελέσματα της εκπαιδευτικής έρευνας με ακρίβεια, αμεροληψία και υψηλό ακαδημαϊκό επίπεδο.
  4. Ο Ε.Π. υποστηρίζει την λήξη οποιασδήποτε ερευνητικής διαδικασίας η οποία μπορεί να επιφέρει ανεπιθύμητες συνέπειες για το άτομο το οποίο συμμετέχει.
  5. Ο Ε.Π. ενεργεί με όλες τις απαραίτητες προφυλάξεις για να αποφύγει την κακή εφαρμογή ή χρήση ενός ερευνητικού έργου από τον ίδιο ή άλλα άτομα.
Άρθρο 8ο : Ο Ε.Π. ως μέλος διεπιστημονικής ομάδας
  1. Ο Ε.Π. αναγνωρίζει την εξειδίκευση και τον ρόλο των υπόλοιπων μελών της Διεπιστημονικής Ομάδας που αντιπροσωπεύουν άλλα επιστημονικά αντικείμενα αλλά και συναδέλφων.
  2. Διατηρεί αποτελεσματικές και αγαστές διαπροσωπικές σχέσεις με τους συναδέλφους άλλων ειδικοτήτων, βοηθώντας τους να αποκτήσουν και να διατηρήσουν θετική στάση και σαφή αντίληψη για τον ρόλο του Ε.Π.
  3. Καλλιεργεί στους συναδέλφους του θετική στάση απέναντι στα άτομα με αναπηρίες και τις οικογένειές τους, τονίζοντας τις δεξιότητες παρά τις μειονεξίες τους δίνοντας έναν αντικειμενικό προσδιορισμό των δυνατοτήτων και των αδυναμιών τους ως άτομα με αναπηρία που ζουν σε μια δημοκρατική κοινωνία.
  4. Προσφέρει εποπτεία και συμβουλευτική όπου και όταν χρειάζεται τόσο σε Ε.Π. όσο και εκπαιδευτικούς γενικής εκπαίδευσης και σε άλλο βοηθητικό ή ειδικό διδακτικό προσωπικό σχολείων που έχουν στους κόλπους τους άτομα με αναπηρίες.
  5. Προσφέρει εποπτεία και συμβουλευτική όπου είναι απαραίτητο σε επαγγελματίες που δουλεύουν με άτομα με ιδιαίτερες ανάγκες εκτός των σχολικών πλαισίων.
Άρθρο 9ο : Καθήκοντα του Ε.Π. προς συναδέλφους
  1. Δεν επιτρέπεται στον Ε.Π. να επικρίνει ή να αποδοκιμάζει εντός ή εκτός των εκπαιδευτικών κύκλων με λόγους ή άλλα μέσα τους Ε.Π., οι οποίοι έχουν αναλάβει κάποιο άτομο με ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες πριν από τον ίδιο. Aν πέσουν στην αντίληψη του Ε.Π. πράξεις ή παραλείψεις συναδέλφων οι οποίες εμφανώς και εσκεμμένα βλάπτουν την εκπαιδευτική εξέλιξη του ατόμου ή είναι αντίθετες προς την ηθική και την τιμή του εκπαιδευτικού σώματος και ειδικότερα των Ε.Π., οφείλει να το αναφέρει στις αρμόδιες αρχές και στη διοίκηση του Π.Ε.Ε.Π. Δεν επιτρέπεται εξάλλου στον Ε.Π. να δίνει προσοχή σε κακολογίες και επικρίσεις, οι οποίες στρέφονται κατά συναδέλφου ή σε κακολογίες εναντίον του ιδίου, τις οποίες αναπόδεικτα του μεταφέρουν.
  2. Kάθε Ε.Π. ο οποίος έχει κάποια επαγγελματική διαφωνία με συναδέλφους του οφείλει να εξαντλήσει τα περιθώρια για να τη διευθετήσει συμβιβαστικά. Aν δεν επιτευχθεί ικανοποιητική λύση της διαφοράς, μπορεί να προσφύγει στην Ένωση (ΠΕΕΠ). Δεν επιτρέπεται να δημοσιοποιούνται επαγγελματικές και επιστημονικές διαφορές για συγκεκριμένες περιπτώσεις ατόμων με αναπηρίες.
  3. Ε.Π. που ιδιωτεύει και καλείται να αξιολογήσει άτομο με ιδιαίτερες ανάγκες ο οποίος παρακολουθείται από άλλο συνάδελφό του, δεν μπορεί να το πράξει παρά μόνο εν γνώσει του και κατόπιν ρητής συγκατάθεσής του τελευταίου, με την αποκλειστική εξαίρεση των περιπτώσεων επείγουσας ανάγκης και πάντοτε τηρώντας τις παρακάτω προϋποθέσεις.
    • α) Όταν το άτομο ή σε περίπτωση που αυτός δεν είναι σε θέση οι οικείοι του, αποποιούνται οριστικά τη συνέχεια της παρακολούθησης από τον Ε.Π..
    • β) Όταν ο προηγούμενος Ε.Π. έχει λάβει κανονικά γνώση της απόφασης αυτής.
    • γ) Όταν το άτομο ή η οικογένειά του αποδεικνύει ότι έχει διακανονίσει τις οικονομικές του υποχρεώσεις προς τον Ε.Π. που αντικαθίσταται ή οποιεσδήποτε υποχρεώσεις έχει αναλάβει απέναντι του, με τους όρους που έχουν γίνει δεκτοί από αυτόν.
  4. Δεν επιτρέπεται στον Ε.Π. που ιδιωτεύει να ασκεί το επάγγελμα κατά τρόπο πλανοδιακό από τόπο σε τόπο. Δεν επιτρέπεται στον Ε.Π. να αξιολογεί και να υποστηρίζει εκπαιδευτικά άτομα με αναπηρίες εκτός των ορίων της περιφέρειας στην οποία είναι εγκατεστημένος και όπου άλλος συνάδελφος ασκεί μόνιμα το επάγγελμα, εκτός από ειδικές περιπτώσεις επείγουσας ανάγκης.
  5. Δεν επιτρέπεται οποιαδήποτε προσφορά υπηρεσιών η οποία έχει ως σκοπό τον παραμερισμό συναδέρφου ή τη βλάβη των νομίμων συμφερόντων του.
  6. Δημόσιοι λειτουργοί Ε.Π. και ιδιώτες Ε.Π. οφείλουν πάνω από κάθε διαφορά να έχουν καλή συνεργασία μεταξύ τους και να διαφυλάττουν το κλίμα της ενότητας του κλάδου της Ειδικής Αγωγής προσφέροντας ο καθένας με τον τρόπο του υψηλής ποιότητας υπηρεσίες στα άτομα με αναπηρίες και τις οικογένειές τους.
Άρθρο 10ο : Η στάση του Ε.Π. απέναντι στην αμοιβή των υπηρεσιών του
  1. Ε.Π. που ιδιωτεύει παρέχει τις υπηρεσίες του με αμοιβή χωρίς να έχει δικαίωμα να υποτιμά την αξία τους και να εξαγγείλει με οποιοδήποτε τρόπο ή με οποιοδήποτε μέσο ότι δέχεται αμοιβή κατώτερη, από αυτή που ισχύει από το Nόμο ή την απόφαση του Συλλόγου για κάθε υπηρεσία εκπαιδευτικής παρέμβασης.
  2. Kατ' εξαίρεση και κατά τρόπο που αποκλείει τη διαφήμιση ή τον αθέμιτο ανταγωνισμό ο Ε.Π. μπορεί να παρέχει τις υπηρεσίες του δωρεάν ή με τίμημα κατώτερο από το ισχύον προς αποδεδειγμένα απόρους ή τις οικονομικά αδύνατες οικογένειες.
  3. Ο Ε.Π. οφείλει να χειρίζεται με λεπτότητα και διακριτικότητα τα ζητήματα της αμοιβής, απέχοντας από κάθε ενέργεια ή απαίτηση η οποία μπορεί να δικαιολογήσει μομφή εναντίον του για κερδοσκοπία ή αισχροκέρδεια.
  4. H διεκδίκηση της νόμιμης αμοιβής πρέπει να διενεργείται κατά τρόπο ο οποίος δεν αντιβαίνει στην αξιοπρέπεια και τον κατ' εξοχήν ανθρωπιστικό χαραχτήρα του εκπαιδευτικού επαγγέλματος και ειδικότερα της Ειδικής Αγωγής και Εκπαίδευσης.
  5. Ο Ε.Π. που υπηρετεί σε δημόσιο σχολείο μπορεί να παρέχει ιδιωτικό μόνον εφ’ όσον τηρεί αυστηρά τους ειδικούς κανονισμούς που αφορούν αυτήν την περίπτωση (τήρηση της σχετικής νομοθεσίας περί άσκησης ιδιωτικού έργου, μη παραμέληση του εκπαιδευτικού έργου του στο σχολείο, δήλωση εισοδήματος στην εφορία)
  6. Δεν επιτρέπεται ο Ε.Π. δημόσιος λειτουργός, ακόμα και όταν πληροί όλες τις προϋποθέσεις της προηγούμενης παραγράφου, να αναλαμβάνει ιδιωτικά άτομα με αναπηρία - ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες που φοιτούν στο σχολείο στο οποίο υπηρετεί.
Άρθρο 11ο : Καθήκοντα του Ε.Π. προς την Πανελλήνια Ένωση Ειδικών Παιδαγωγών (Π.Ε.Ε.Π)
  1. Ο Ε.Π. υποχρεώνεται να εκπληρώνει με συνέπεια όλα τα επιβεβλημένα καθήκοντα και τις υποχρεώσεις προς την Π..Ε.Ε.Π., της οποίας είναι μέλος.
  2. Ειδικότερα, ο Ε.Π. οφείλει να εγγράφεται μέλος της Π.Ε.Ε.Π. ή στο παράρτημα της οποίας έχει κατοικία και εργάζεται, να προσέρχεται στις συνεδριάσεις της και να συμβάλει με τις γνώσεις και το ζήλο του στην προαγωγή και ολοκλήρωση των σκοπών της Ένωσης, να αναλαμβάνει και να εκτελεί ευσυνείδητα κάθε υπηρεσία που του ανατίθεται, να εκπληρώνει τις οικονομικές του υποχρεώσεις τακτικά και έγκαιρα, να μετέχει στις ψηφοφορίες για την εκλογή των καταλληλότερων κατά την κρίση του οργάνων διοίκησης, να βοηθά την Π.Ε.Ε.Π. όταν καλείται και να προσέρχεται σε κάθε περίσταση και να εφαρμόζει τις αποφάσεις της Ένωσης που λαμβάνονται νόμιμα και είναι δεσμευτικές για το σύνολο.
  3. Κάθε παράλειψη ή παράβαση των διατάξεων του κώδικα ηθικής και δεοντολογίας ή των υποχρεώσεων του Ε.Π. προς την Π.Ε.Ε.Π. καθώς και ενέργειες αντίθετες προς τις αποφάσεις της επισύρει πειθαρχικές κυρώσεις σε βάρος του υπευθύνου Ε.Π.
Λέξεις ευρετηριασμού: Κώδικας Ηθικής, Δεοντολογία, Ειδική Εκπαίδευση, Ειδικός Παιδαγωγός, Άτομα με Ειδικές Ανάγκες, Αναπηρία, Γονείς- κηδεμόνες Ατόμων με Αναπηρία – Ειδικές Εκπαιδευτικές Ανάγκες, Πανελλήνια Ένωση Ειδικών Παιδαγωγών
ΠΗΓΗ

Κυριακή, 9 Φεβρουαρίου 2014

ΔΙΑΓΝΩΣΗ – ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΘΗΣΙΑΚΩΝ ΚΑΙ ΕΙΔΙΚΩΝ ΜΑΘΗΣΙΑΚΩΝ ΔΥΣΚΟΛΙΩΝ

ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ:
ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΧΑΪΝΤΟΥΤΗ, M.Sc.
ΕΙΔΙΚΗ ΠΑΙΔΑΓΩΓΟΣ


ΜΑΘΗΣΙΑΚΕΣ ΔΥΣΚΟΛΙΕΣ

Τρεις είναι οι κύριες διαγνωστικές μέθοδοι (Πόρποδας, 1992):
1.      Αποκλεισμός άλλων παραγόντων που πιθανότατα συνδέονται με αναγνωστική ανικανότητα (πχ: νοητική ηλικία, μαθησιακό περιβάλλον, μείζονα προβλήματα συμπεριφοράς, ελλιπής φοίτηση)
2.      Έμμεση διαγνωστική μέθοδος που βασίζεται σε πληροφορίες οι οποίες προέρχονται από ψυχομετρικές και ψυχογλωσσικές μετρήσεις (τεστ)
3.      Άμεση διαγνωστική μέθοδος που βασίζεται στην ανάλυση των αναγνωστικών και ορθογραφικών λαθών του παιδιού  και στη συσχέτισή τους με την κατάσταση των επιμέρους λειτουργιών.


Η εκτίμηση των δυσκολιών διαχωρίζεται σε διαγνωστική  και διδακτική

Διαγνωστική εκτίμηση:
Περιλαμβάνει:
·         Ατομικό ιστορικό του παιδιού
·         Ιατρικό ιστορικό - κληρονομικότητα
·         Στοιχεία οικογενειακής κατάστασης
·         Πληροφορίες από το σχολείο (συμμετοχή του εκπαιδευτικού)
·         Πληροφορίες από άλλα άτομα που σχετίζονατι με το παιδί
·         Καταγραφή της παρούσας κατάστασης του παιδιού
·         Χορήγηση ψυχομετρικών δοκιμασιών
·         Μαθησιακή εκτίμηση (συμμετοχή και αποκλειστική ευθύνη του εκπαιδευτικού)
·         Καταγραφή της άποψης των γονέων για την πορεία του παιδιού

Διδακτική εκτίμηση:
·         Ορίζεται ως η συστηματική διαδικασία συλλογής δεδομένων που επιτρέπουν τη λήψη εκπαιδευτικών αποφάσεων.
·         Αποτελεί μέρος της διδασκαλίας
·         Διευρύνεται σε δύο επίπεδα (γενική εκτίμηση – εμβάθυνση)
·         Μπορεί να είναι σταθμισμένη ή μη σταθμισμένη
·         Αφορά στο σύνολο της διδασκαλίας
·         Αξιοποιεί πολλαπλούς τρόπους συλλογής πληροφοριών (παρατήρηση – συνέντευξη – δοκιμασία)

ΔΥΣΛΕΞΙΑ
Για τη διάγνωση της δυσλεξίας, απαραίτητη είναι η ανεύρεση όλων των τυπικών χαρακτηριστικών του συνδρόμου. Δεν αρκούν, όμως, αυτά. Παράλληλα θα πρέπει να εξασφαλίσουμε:
·         Την ύπαρξη φυσιολογικής όρασης, ακοής και κινητικότητας
·         Την απουσία οργανικού νοσήματος που μπορεί να επηρεάζει τη μάθηση, πχ: επιληψία
·         Την επαρκή σχολική εκπαίδευση
·         Το ευνοϊκό οικογενειακό περιβάλλον
·         Τη φυσιολογική νοημοσύνη
·         Αναγνωστική ικανότητα τουλάχιστον κατά δύο χρόνια χαμηλότερη από αυτή που προβλέπεται από τη νοητική ηλικία.

Επιπλέον, ο Dumont (1990) παρουσιάζει επτά κριτήρια που αφορούν τον ορισμό της δυσλεξίας και την οριοθέτησή της σε σχέση με τις άλλες μαθησιακές δυσκολίες. Αυτά είναι τα εξής:
·         Το κριτήριο της ιδιαιτερότητας. Στην περίπτωση της δυσλεξίας οι δυσκολίες του παιδιού αφορούν μόνο την ανάγνωση και τη γραφή.
·         Το κριτήριο της φυσιολογικής νοημοσύνης.
·         Το κριτήριο της απόκλισης. Το κριτήριο αυτό αφορά την απόκλιση που παρουσιάζει το παιδί ανάμεσα στις πραγματικές και στις αναμενόμενες επιδόσεις του στην ανάγνωση και τη γραφή.
·         Το κριτήριο του αποκλεισμού, όταν δηλαδή η αποτυχία ενός παιδιού στην ανάγνωση ή στη γραφή δεν μπορεί να αποδοθεί σε παράγοντες που προκαλούν αναγνωστικά προβλήματα αλλά σε νευρολογικούς –νοητικούς-, ψυχολογικούς και παιδαγωγικούς παράγοντες, που επιδρούν αρνητικά στην ανάπτυξη της αναγνωστικής ικανότητας.
·         Το κριτήριο της γλωσσικής εξέλιξης, με δυσκολίες στη φωνολογική ενημερότητα, τη μορφολογική ετοιμότητα, τη σύνταξη και τη σημασιολογία.
·         Το κριτήριο της δυσαρμονίας στο προφίλ της νοημοσύνης. Τα δυσλεξικά άτομα αφενός παρουσιάζουν υψηλού επιπέδου οπτικές και οπτικοχωρικές ικανότητες και αφετέρου αντιμετωπίζουν προβλήματα στην ακουστική –λεκτική μνήμη και τις λεκτικές δεξιότητες.
·         Το κριτήριο της κληρονομικότητας.

Η American Psychiatric Association στα διαγνωστικά της κριτήρια (DSM IV) αναφέρει πως υπάρχει διαταραχή της γραπτής έκφρασης όταν:
1.      Οι γραπτές δεξιότητες, έτσι όπως μετριώνται από ατομικά περιεχόμενα σταθμισμένα τεστ ή λειτουργικές εκτιμήσεις δεξιοτήτων, είναι αισθητά κατώτερες από τις αναμενόμενες βάσει της χρονολογικής και της νοητικής ηλικίας του μαθητή και της παρεχόμενης εκπαίδευσης.
2.      Η διαταραχή στο κριτήριο 1 παρεμποδίζει σημαντικά τις ακαδημαϊκές επιδόσεις ή τις δραστηριότητες της καθημερινής ζωής που απαιτούν τη γραπτή έκφραση (π.χ. γραφή λέξεων και έκφραση σκέψεων σε γραμματικά σωστές προτάσεις και οργανωμένες παραγράφους)
3.      Αν υπάρχει ένα αισθητηριακό έλλειμμα, οι δυσκολίες στη γραπτή έκφραση είναι περισσότερες από αυτές που παρουσιάζονται συνήθως ως αποτέλεσμα αυτής της ανεπάρκειας.

Από όλα αυτά γίνεται κατανοητό ότι η διάγνωση της δυσλεξίας δεν είναι ούτε απλή, ούτε εύκολη διαδικασία. Αντίθετα, απαιτεί εμπειρία, εξειδίκευση και μεγάλη προσοχή και γι αυτό θα πρέπει να γίνεται από ομάδα ειδικών.

Διάγνωση της δυσλεξίας μπορεί να γίνει και με τη μέθοδο της εσφαλμένης οφθαλμοκίνησης. Ο καθηγητής της ιατρικής ψυχολογίας Γ. Παυλίδης παρατήρησε ότι οι περισσότεροι δυσλεξικοί παρουσιάζουν εσφαλμένες, ασταθείς οφθαλμοκινήσεις, που διαφέρουν σημαντικά από τις οφθαλμοκινήσεις των κανονικών αναγνωστών.

Στην Ελλάδα χρησιμοποιούνται διάφορα διαγνωστικά εργαλεία, σταθμισμένα και μη, όπως το WISC (τεστ νοημοσύνης – σταθμισμένο),
Το CELF  (τεστ φωνολογικής συνειδητότητας – σε διαδικασία στάθμισης), και το ΑΘΗΝΑ (Ελληνικό τεστ – Πανεπιστήμιο Αθηνών).
Οι περισσότεροι ειδικοί έχουν επινοήσει και δικά τους εργαλεία για την ανίχνευση προβλημάτων στην ορθογραφία και ανάγνωση.

Η διάγνωση για δυσλεξία δεν είναι σκόπιμο να οριστικοποιείται πριν το παιδί φτάσει στην ηλικία των 9 ετών, τουλάχιστο, καθώς πρέπει να δώσουμε τα χρονικά περιθώρια να ωριμάσει το παιδί και να ολοκληρωθούν τα στάδια εξέλιξης των εγκεφαλικών περιοχών που είναι υπεύθυνες για τη γραφή και την ανάγνωση.



ΜΑΘΗΜΑΤΙΚΑ

Ο Αμερικανικός Ψυχιατρικός Σύλλογος (American Psychiatric Association) στα διαγνωστικά του κριτήρια (DSM-IV) αναφέρει πως υπάρχει διαταραχή των μαθηματικών όταν:
  1. Η μαθηματική ικανότητα, όπως μετριέται με ατομικά σταθμισμένα διαγνωστικά του κριτήρια, είναι σημαντικά κατώτερη από το αναμενόμενο με βάση τη χρονολογική και τη νοητική ηλικία και την παρεχόμενη εκπαίδευση.
  2.  Η διαταραχή εμποδίζει σημαντικά τη σχολική επίδοση ή δραστηριότητες της καθημερινής ζωής που απαιτούν μαθηματική ικανότητα.
  3. Είναι ανεξάρτητη από αισθητηριακά ελαττώματα ή, αν υπάρχουν τέτοια, οι δυσκολίες στη μαθηματική ικανότητα είναι δυσανάλογα μεγαλύτερες από αυτές που το αισθητηριακό ελάττωμα θα μπορούσε να επιφέρει.

Οι A. Baroody & H. Ginsburg (1991) υποστηρίζουν ότι για να είναι αποτελεσματική η αξιολόγηση των Μαθησιακών Δυσκολιών στα μαθηματικά θα πρέπει να πληροί τις ακόλουθες προϋποθέσεις:
  •  Να ελέγχει τόσο την επίσημη όσο και την ανεπίσημη μαθηματική γνώση του παιδιού
  • Να προσφέρει μια ακριβή περιγραφή των δυνατοτήτων και των αδυναμιών του παιδιού ως προς τη μαθηματική γνώση
  • Να ελέγχει ειδικά την ακρίβεια και την αποτελεσματικότητα με την οποία το παιδί χρησιμοποιεί τις μαθηματικές δεξιότητες
  • Να επικεντρώνεται στον έλεγχο της κατοχής εννοιών και της ικανότητας επίλυσης προβλημάτων
  • Να προσδιορίζει τις στρατηγικές και τις διαδικασίες που χρησιμοποιεί ο μαθητής για την αντιμετώπιση των απαιτήσεων του μαθήματος
  •  Να περιλαμβάνει μια ανάλυση των λαθών που εμφανίζονται στην εργασία του μαθητή
  • Να εξετάζει την ικανότητα του μαθητή να επωφελείται από τη διδασκαλία, καθώς και την ετοιμότητά του για κατάκτηση νέων γνώσεων
  •  Να ελέγχει τις μεταγνωστικές δυνατότητες και αδυναμίες του μαθητή
  • Να παίρνει υπόψη της τους συναισθηματικούς παράγοντες και τις πεποιθήσεις του μαθητή
  • Να εξετάζει τη φύση της διδασκαλίας που δέχεται ο μαθητής.




ΠΗΓΕΣ
·      Αναστασία Καλαντζή-Αζίζι, Μαρία Ζαφειροπούλου, 2004, Προσαρμογή στο σχολείο-πρόληψη και αντιμετώπιση δυσκολιών, Αθήνα, Ελληνικά Γράμματα.
·      Δώρα Δ. Μαυρομμάτη, 2004, Δυσλεξία, Αθήνα , Ελληνικά Γράμματα.
·     Ελένη Λιβανίου, 2004, Μαθησιακές δυσκολίες και προβλήματα συμπεριφοράς, Κέδρος.
·      Έφη Αθανασιάδη, 2001, Η δυσλεξία και πώς αντιμετωπίζεται, Αθήνα, Καστανιώτη.
·     Θεοδώρα Δ. Τσοβίλη, 2003, Δυσλεξία και άγχος: μια σχέση ζωής;, Αθήνα, Ελληνικά Γράμματα.
·    Ιωάννης Αγαλιώτης, 2000, Μαθησιακές Δυσκολίες στα Μαθηματικά, Αθήνα, Ελληνικά Γράμματα.
·     Κ. Δ. Πόρποδας, 1997, Δυσλεξία, Αθήνα, Μορφωτική.
·     Λίζα Βάρβογλη, 2005, Τι συμβαίνει στο παιδί;, Αθήνα, Καστανιώτη.
·     Μαρία-Μάρθα Φλωράτου,1998, Μαθησιακές Δυσκολίες και όχι τεμπελιά, Αθήνα, Οδυσσέας.
·   Παύλος Ν. Αδαμόπουλος, 2002, Δυσλεξία, Πώς να προστατέψετε το παιδί από την απειλή της, Αθήνα, Σαββάλας.
·      Πολυνείκης Δ. Μπάρδης, 1998, Μαθησιακές Δυσκολίες, Καρδίτσα.
·    Σουζάνα Παντελιάδου, 2000, Μαθησιακές Δυσκολίες και Εκπαιδευτική Πράξη, Αθήνα, Ελληνικά Γράμματα.

·      Χρήστος Κασσέρης, 2002, Η Δυσλεξία, Αθήνα, Σαββάλας.

Τετάρτη, 5 Φεβρουαρίου 2014

Ο Ρόλος του Ειδικού Παιδαγωγού

Η επαγγελματική ιδιότητα του Ειδικού Παιδαγωγού τείνει να συγχέεται από γονείς και ειδικούς του χώρου με τα άτομα που ασκούν λογοθεραπεία ή εργοθεραπεία. Η ειδική αγωγή, ως συνολική θεώρηση, ασφαλώς και απαρτίζεται από λογοθεραπευτές, εργοθεραπευτές ακόμη και φυσιοθεραπευτές, μουσικοπαιδαγωγούς και άλλες ειδικότητες.

Όμως, η επιστημονική κατάρτιση του Ειδικού Παιδαγωγού έχει παιδαγωγική βάση (επάρκεια) και  είναι επικεντρωμένη σε ποικίλους τομείς των ειδικών αναγκών.  Τα εξειδικευμένα μαθήματα παρακολούθησης αφορούν, κυρίως, στους παρακάτω τομείς:
·         Νοητική υστέρηση
·         Προβλήματα ακοής
·         Προβλήματα όρασης
·         Αναπτυξιακές διαταραχές
·         Γενετικά Σύνδρομα
·         Κινητικές Αναπηρίες
·         Σοβαρές, πολλαπλές αναπηρίες
·         Μαθησιακές δυσκολίες
·         Ειδικού τύπου μαθησιακές δυσκολίες (ΔΕΠ-Υ, δυσλεξία, δυσγραφία κ.ά.)
Ο Ειδικός Παιδαγωγός είναι ο “διαμεσολαβητής” ανάμεσα στο παιδί και τη μάθησή του, ανάμεσα στους γονείς και τις προσδοκίες τους απέναντι στο σχολικό σύστημα και τους φορείς αυτού, ανάμεσα στο παιδί και την ίδια του την οικογένεια. Ο ρόλος του είναι παιδαγωγικός, συμβουλευτικός και υποστηρικτικός.
Συνήθως πριν κληθεί ο Ειδικός Παιδαγωγός προηγείται η διάγνωση του παιδιού από Δημόσιο Διαγνωστικό Φορέα (ΚΕΔΔΥ, Ιατροπαιδαγωγικό Κέντρο). Ο Ειδικός Παιδαγωγός  λαμβάνει υπόψιν όλα τα στοιχεία της διάγνωσης, ποιες ειδικότητες αξιολόγησαν το παιδί και χρησιμοποιεί και ο ίδιος διάφορα μέσα έτσι ώστε να αξιολογήσει το προφίλ του παιδιού. Έπειτα, σχεδιάζει το εξατομικευμένο πρόγραμμα, θέτοντας γενικούς και ειδικούς στόχους που πρέπει να υλοποιήσει σε συνεργασία με το παιδί. Ανάλογα με τις ειδικές δυσκολίες που αντιμετωπίζει το παιδί, οι στόχοι μπορεί να αφορούν στην ανάγνωση, στη γραφή ή σε ένα συνδυασμό και των δύο. Επίσης, οι στόχοι μπορεί να επικεντρώνονται σε άλλους τομείς, όπως τα μαθηματικά, η απομνημόνευση, η βελτίωση της συγκέντρωσης της προσοχής, η λεκτική ή μη-λεκτική επικοινωνία (εναλλακτικοί τρόποι προσέγγισης), η αυτο-εξυπηρέτηση. Επίσης, δίνεται μεγάλη έμφαση στις κοινωνικές συνδιαλλαγές του παιδιού με το οικείο περιβάλλον του (οικογένεια, σχολείο) και σε δεύτερο στάδιο και  με το ευρύτερο κοινωνικό πλαίσιο. Ξεκινά η εξατομικευμένη παρέμβαση προς το παιδί, δηλαδή η εφαρμογή των στόχων που έχουν τεθεί. Η παρέμβαση αυτή μπορεί να γίνει είτε σε ιδιωτικό χώρο (κατ’ οίκον διδασκαλία, ιδιωτικό κέντρο) ή σε δημόσια χώρο (Ειδικό σχολείο, Τμήμα Ένταξης, Παράλληλη Στήριξη). Ανεξάρτητα με το πλαίσιο στο οποίο εξελίσσεται η παρέμβαση, οι βασικοί άξονες στους οποίους θα κινηθεί ο/η Ειδικός Παιδαγωγός είναι περίπου παρόμοιοι.
Γενικά, προτεραιότητα του Ειδικού Παιδαγωγού είναι να βελτιώσει οποιαδήποτε δεξιότητα θα αυξήσει την ποιότητα της καθημερινής διαβίωσης του ατόμου.                                     
Ο Ειδικός Παιδαγωγός μαθαίνει στο παιδί πως να μαθαίνει! Πώς; Διδάσκοντας του στρατηγικές μάθησης και χρησιμοποιώντας εναλλακτικούς τρόπους διδασκαλίας, όπως το θεατρικό παιχνίδι, η δραματοποίηση, η εναλλαγή ρόλων και πολλά άλλα.
Ο/Η Ειδικός Παιδαγωγός σε αρκετές περιπτώσεις, δεν ακολουθεί το ρυθμό και τις απαιτήσεις  του Αναλυτικού Προγράμματος-όπως ισχύει στη γενική τάξη για όλους τους μαθητές, αλλά υιοθετεί μερικά στοιχεία από αυτό οποτεδήποτε κριθούν απαραίτητα. Το εξατομικευμένο πρόγραμμα που σχεδιάζεται π.χ. μέσα σε ένα Τμήμα Ένταξης, σίγουρα θα λάβει υπόψιν τις απαιτήσεις του Αναλυτικού Προγράμματος για την τάξη που βρίσκεται το παιδί αλλά δε θα προσπαθήσει να κάνει το παιδί να προσαρμοστεί στις απαιτήσεις αυτές. Ιδιαίτερα, όταν οι δυνατότητες του ίδιου του παιδιού και οι ανάγκες του απέχουν κατά πολύ από αυτές τις απαιτήσεις.
Ο Ειδικός Παιδαγωγός οφείλει να κρίνει και να αξιολογεί κατά περίπτωση και όχι κατά κάποιο γενικό κανόνα και ανάλογα να προσαρμόζει και να αναδιαμορφώνει τους στόχους του.
Σε όποια ηλικία και αν βρίσκεται ένα παιδί με ειδικές ανάγκες χρειάζεται σίγουρα την εκπαιδευτική στήριξη του Ειδικού Παιδαγωγού. Οι ηλικίες που συνήθως παρεμβαίνει ο Ειδικός Παιδαγωγός είναι μόλις το παιδί αρχίσει το Δημοτικό. Ίσως, αυτό συμβαίνει γιατί τότε εκδηλώνονται εντονότερα οι δυσκολίες που έχει το παιδί και οι οποίες, σε κάποιες περιπτώσεις, δεν του επιτρέπουν να ανταποκριθεί σε όσα “απαιτούνται” από το σχολείο.  Έτσι, η ενδεχόμενη αργοπορία μίας παρέμβασης, πολλές φορές σημαίνει ότι έχει χαθεί σημαντικός χρόνος για την κατάκτηση πολλών δεξιοτήτων από πλευράς του παιδιού.
Η καταλληλότερη ηλικία που μπορεί να ξεκινήσει  η παρέμβαση με ένα παιδί με ειδικές ανάγκες είναι γύρω στα 3 1/2 χρόνια ή και νωρίτερα. Αυτό βέβαια προϋποθέτει ότι έχουν, ήδη, υπάρξει σημαντικές ενδείξεις στη συμπεριφορά και ανάπτυξη του παιδιού τις οποίες οι γονείς έχουν ήδη αντιληφθεί.  Πολλές φορές μπορεί να ζητηθεί η συμβουλευτική γνώμη του Ειδικού Παιδαγωγού προκειμένου να βοηθήσει τους γονείς να αντιληφθούν αν υπάρχει ή όχι μία “διαφορετικότητα” ως προς το ρυθμό ανάπτυξης του παιδιού τους. Έτσι, λοιπόν μπορεί να συμβάλλει στην παραπομπή τους σε κάποια Δημόσια Διαγνωστική Υπηρεσία και να μην “χαθεί” πολύτιμος χρόνος.
Σε παιδιά με μαθησιακές δυσκολίες, δυσλεξία και  ΔΕΠ-Υ, επίσης είναι σημαντικό να υπάρξει μία πρώιμη παρέμβαση έτσι ώστε το παιδί όταν θα φτάσει σε ένα στάδιο ψυχο-συναισθηματικής ωρίμανσης να μπορεί να υιοθετήσει τον κατάλληλο τρόπο-δηλαδή τον τρόπο που του ταιριάζει και τον βοηθά στη μάθηση.
Ωστόσο, ακόμη και αν αργοπορήσει μία παρέμβαση, ποτέ δεν είναι αργά και ανώφελα να ξεκινήσει. Ο Ειδικός Παιδαγωγός μπορεί να σχεδιάσει προγράμματα ακόμη και για εφήβους. Στις περιπτώσεις δε, ατόμων με νοητική καθυστέρηση και σοβαρές ή πολλαπλές αναπηρίες μπορεί να δουλέψει και με ενήλικες ιεραρχώντας τις προτεραιότητες.
Επιπλέον, τα εκπαιδευτικά προγράμματα που σχεδιάζει ο Eιδικός Παιδαγωγός μπορούν να λειτουργήσουν προληπτικά. Πώς; Αξιοποιώντας δημιουργικά τις δυνατότητες του κάθε παιδιού (με ή χωρίς ειδικές ανάγκες) μέσα από παιγνιώδεις βιωματικές δραστηριότητες, βοηθώντας το παιδί να οργανώνει το χώρο και το χρόνο του ποιοτικά, συμβάλλοντας στην βελτίωση της αυτοεκτίμησής του.

Δέσποινα Αυγερινού Pietrzyk
Ειδική Παιδαγωγός